διάκριτος

διά-κρῐτος, ον,
A separated: hence, choice, excellent, Theoc.22.163.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Διάκριτος — separated masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκριτος — separated masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακριτός — (I) διακριτός, ον (Α) [διακρίνω] ξέχωρος, εκλεκτός. (II) ή, ό ευδιάκριτος, αισθητός, αντιληπτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1881 στον Ηρακλή Μητσόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • διάκριτον — διάκριτος separated masc/fem acc sg διάκριτος separated neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διακρίτου — Διάκριτος separated masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακρίτου — διάκριτος separated masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διακρίτῳ — Διάκριτος separated masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακρίτῳ — διάκριτος separated masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διάκριτοι — Διάκριτος separated masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκριτοι — διάκριτος separated masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διάκριτον — Διάκριτος separated masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.